Ο Δεκέμβρης του 1903

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω —
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν

let the memory live again

Σου χαμογελω και σε κοιτω στα ματια

Είναι κάποιες αγκαλιές που δεν μπορεί κανείς να τις αντικαταστήσει...

κι εγώ θα είμαι εκεί, εκεί θα βρίσκομαι πάντα, εκεί θα σε περιμένω... ακόμα και ως την άλλη ζωή θα σε περιμένω, αγγίζοντας σε ...


 Αν σου έγραφα εγώ ένα τέτοιο γράμμα, θα ήταν γραμμένο με λέξεις απλές, φθαρμένες από τη χρήση όσων ανθρώπων τις ξεστόμισαν... θα σου έγραφα ότι δεν ήξερα πως ο χρόνος δεν περιμένει, πραγματικά δεν το ήξερα!

Κανείς δεν σκέφτεται ποτέ ότι ο χρόνος αποτελείται από σταγόνες και ότι αρκεί μια περισσή σταγόνα για να χυθεί το υγρό στο χώμα και να απλωθεί σαν κηλίδα... και να χαθεί!

Και θα σου έλεγα πως αγαπώ, πως αγαπώ ακόμα, παρότι οι αισθήσεις μοιάζουν κουρασμένες... 

και θα σου έγραφα ότι η φιγούρα σου, που φαινόταν κόντρα στον ορίζοντα, μου φάνηκε το ωραιότερο πράγμα που ο χρόνος συνέλαβε!

Κι ύστερα θα σου έλεγα για εκείνες τις νύχτες που μιλούσαμε, για εκείνο το σπίτι στη θάλασσα... 

και θα σου έλεγα, επίσης, πως σε περιμένω, παρότι δεν περιμένει κανείς κάποιον που δεν μπορεί πια να γυρίσει. 

Antonio Tabucchi 





Χθες είδα, πάλι, στον ύπνο μου τον πατέρα. Καθόμασταν οι δυο μας,
σ’ ένα τραπέζι με καρό τραπεζομάντιλο.
Κάποιος μας έφερε δυο ποτηράκια και κρασί.
– Είσαι καλά... του λέω.
- Καλά, καλά... και μου ‘έπιασε το χέρι.
– Άντε, στην υγειά σου, είπε.
Σήκωσε το ποτήρι, τσούγκρισε και το άφησε πάνω στο τραπέζι.
– Δεν πίνεις... ρώτησα.
– Εσύ να πιεις, απάντησε. Εγώ δε θέλω να ξεχάσω.

Δυο χρόνια πέρασαν, μπαμπάκα μου! Άλλαξαν πολλά, άλλαξα εγώ, ήρθαν χαρές, πίκρες, δυσκολίες…κάπως έτσι η ζωή κυλάει!
Μπαμπά μου, αγαπημένε μου, την αγάπη και την φροντίδα σου, να ξέρεις,
τη νιώθουμε πάντα, κάθε στιγμή... μέσα μας
Εσύ, εκεί ψηλά, στο Φως… κοιμού εν ειρήνη, ως ήσουν πάντα στη ζωή,
ο καλός, ο λαμπρός άνθρωπος, ο οικογενειάρχης!

Μα, να το ξέρεις, της λείπεις της.. Κούκης σου, πολύ, όμως!



~ Οι άνθρωποι μου ~

Εμένα οι άνθρωποι μου, με αγάπησαν σαν καλοκαίρι,
με πόνεσαν σαν φθινόπωρο γεμάτο από λύπες,
με ξημέρωσαν με ένα χειμώνα αγκαλιά…
και με ξέχασαν την άνοιξη!
Εμένα οι άνθρωποι μου, ήταν γάζες για να μην ακουμπάω τις πληγές μου.
Οι άνθρωποι μου, ήταν άσπρα πουλιά, καθισμένα στην άκρη της κάθε μέρας μου.
Κοράλλια ήταν στον βυθό της ταραγμένης θάλασσας,
που πνιγόμουν κάθε φορά που κολυμπούσα,
νησιά στην μέση του ωκεανού ήτανε…
φάροι μοναχικοί και περήφανοι που δεν έφτανες ποτέ να τους αγγίξεις!
Εμένα οι άνθρωποι μου ήταν μια υγρή αγκαλιά στο βάθος του ωκεανού
που κοιμόντουσαν κοχύλια και τραγουδούσανε γοργόνες τα βράδια. 
Ήταν ο γερμένος ήλιος στην κορυφή ενός παγόβουνου την ώρα που, η κάθε μέρα μου, παραδινόταν βασανισμένη στην αγκαλιά του Μορφέα.
Ήταν οι δικοί μου θησαυροί που κρατούσα καλά φυλαγμένους στην ψυχή μου...
φοβόμουν μην τους χάσω,
έτρεμα μήπως τους κλέψει κάποια νύχτα και δεν τους ξαναδώ!

Εμένα, οι άνθρωποι μου, δεν είχαν όνομα, τους ονόμαζα Ζωή Μου… και με βύθισαν!


... à celui qui a cessé de ramer


Je ne sais pas depuis combien temps notre barque dérivait sur l’océan lorsque je m’en suis rendu compte. La côte avait soudainement disparu. Il y a quelque chose qui s’est passé et je ne l’ai pas vu venir. Je ne me suis pas trop posé de questions. Il fallait réagir. Il fallait maintenant ramer pour que notre barque revienne à bon port. Et pour y arriver, on devait ramer ensemble. Une évidence.
Mais voilà, notre barque, je l’ai vue lentement prendre le fond. J’ai vidé l’eau qui entrait dedans à coups de cuillère à soupe pendant des mois en te suppliant de m’aider. J’ai ramé comme une damnée pour rejoindre la côte. Je t’ai encouragé à ramer avec moi pour y arriver, parce qu’à deux, c’était bien certain qu’on allait y arriver. Puis, alors que je me questionnais sur les raisons qui faisaient qu’on n’avançait pas aussi vite qu’on aurait dû, je me suis rendu compte que j’étais la seule à vouloir rejoindre la rive. Mais me tournant vers toi, j’ai vu que tu pleurais dans le fond de la barque. J’ai donc pris mon courage à deux mains et j’ai ramé toute seule encore et encore en me disant que c’était pas grave, que j’allais le faire pour nous deux. Parce que j’étais forte.
Mais est venu le jour, ce jour, où j’ai constaté que ça ne marchait plus. Que tu étais rendu trop lourd à porter pour moi, que mes forces m’abandonnaient lentement et que je m’épuisais à vouloir tout faire seule. Puisque tu n’as pas voulu te relever, que tu n’as pas voulu travailler avec moi, je me suis alors retrouvée face à un dilemme. Dévastée, j’ai dû faire un choix.
J’aurais pu rester là pis pleurer ma vie, moi aussi. Mais je ne suis pas du genre à abandonner. Ce n’est pas une option que je connais. Je suis une battante. Et j’ai une petite responsabilité sur mes épaules : notre fils. Une toute petite responsabilité de deux ans à qui je dois montrer le bon chemin dans cet océan-là. J’ai donc fait le choix de lâcher prise pour ne pas sombrer. J’ai pris mes rames et mes responsabilités et j’ai changé de barque pour faire face au vide toute seule. Pour m’en sortir pour moi et pour lui.
Oui, je me suis choisie. Oui, je me suis sauvée. Oui, je t’ai abandonné dans ta barque.
C’est là où j’en suis aujourd’hui. La côte, je la vois qui approche. Je peux presque la toucher des doigts tellement elle est proche. Je rame toute seule, sans toi, mais je rame. Oh! Parfois, j’ai mal, je me décourage, je perds le souffle, je trouve ça long et dur, mais la rame, la maudite rame, je ne la lâcherai jamais, comprends-tu?
Je vais la toucher, la côte. Je jure que je vais la toucher. Puis quand je vais enfin accoster et poser le pied sur le sol de cette côte-là, ça va être beau et bon. Comme dans ce rêve que j’ai voulu autrefois pour nous deux et dont tu ne fais plus partie désormais. Comme dans ce rêve qui a changé et que moi, je réaliserai prochainement sans toi. Et sans regrets.
Bonne chance à toi.

13.12.43



Θυμᾶσαι ποὺ σοῦ ῾λεγα
Ὅταν σφυρίζουν τὰ πλοῖα μὴν εἶσαι στὸ λιμάνι.
Μ
ὰ ἡ μέρα ποὺ ἔφευγε ἤτανε δικιά μας 
κα
ὶ δὲ θὰ θέλαμε ποτὲ νὰ τὴν ἀφήσουμε

Ἕνα μαντήλι πικρὸ θὰ χαιρετᾶ τὴν ἀνία του γυρισμοῦ 

Κι ἔβρεχε ἀλήθεια πολὺ κι ἤτανε ἔρημοι οἱ δρόμοι 
Μ
ὲ μιὰ λεπτὴν ἀκαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση 
Κλεισμένα παράθυρα κι ο
ἱ ἄνθρωποι τόσο λησμονημένοι  

Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; 
Κι ἕσφιγγα τὰ χέρια σου
Δὲν εἶχε τίποτα τ᾿ ἀλλόκοτο ἡ κραυγή μου.

Θ
ὰ φύγουμε κάποτε ἀθόρυβα καὶ θὰ πλανηθοῦμε
Μ
ὲς στὶς πολύβοες πολιτεῖες καὶ στὶς ἔρημες θάλασσες
Μ
ὲ μιὰν ἐπιθυμία φλογισμένη στὰ χείλια μας
Ε
ἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ γυρέψαμε καὶ μᾶς τὴν ἀρνήθηκαν
Ξεχνο
ῦσες τὰ δάκρυα, τὴ χαρὰ καὶ τὴ μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκ
ὰ πανιὰ π᾿ ἀνεμίζονται.

Ἴσως δὲ μένει τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ αὐτὸ νὰ θυμόμαστε.

Μὲς στὴν ψυχή μου σκιρτᾶ τὸ ἐναγώνιο «Γιατί».
Ρουφ
ῶ τὸν ἀγέρα τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἐγκατάλειψης
Χτυπ
ῶ τοὺς τοίχους τῆς ὑγρῆς φυλακῆς μου 
κα
ὶ δὲν προσμένω ἀπάντηση
Κανε
ὶς δὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν ἔκταση τῆς στοργῆς 
κα
ὶ τῆς θλίψης μου.

Κι
ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μι
ὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι
ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τ
ὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.

 Μανόλης Αναγνωστάκης

Μεγάλωσα πια...

...δεν χάνω χρόνο δίνοντας εκατοντάδες δεύτερες ευκαιρίες σε ανθρώπους.
Ξέρω πλέον καλά πως όποιος αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία, σπάνια θα τη χρειαστεί.
Μεγάλωσα και δεν έχω υπομονή να μαντεύω όσα δε μου λες. Βαρέθηκα να μαντεύω. Θέλω να τα ακούσω και θέλω να τα δω.
Μεγάλωσα και θέλω δίπλα μου μόνο ανθρώπους αληθινούς. Ανθρώπους που λένε αυτό που σκέφτονται και που σκέφτονται στ’ αλήθεια αυτό που λένε. Θέλω δίπλα μου μόνο ανθρώπους καθαρούς και διάφανους.
Η μοναξιά δε με φοβίζει, όπως με φόβιζε παλιότερα. Περνάω καλά με τον εαυτό μου και έχω πλέον συνειδητοποιήσει πως είμαι καλύτερα μόνη μου παρά με κακή παρέα.
Τους ανθρώπους πλέον δεν τους ξεχωρίζω από τα λόγια και τις υποσχέσεις- τους ξεχωρίζω από τα μάτια. Και εμπιστεύομαι επιτέλους την κρίση μου. Γιατί η πρώτη μου εντύπωση είναι συνήθως η σωστή. Πάντα ήταν. Τα μάτια δε λένε ψέματα. Αυτά εμπιστεύομαι.
Δε μου παίρνει πια ένα χρόνο ολόκληρο για να καταλάβω τι είναι και τι δεν είναι ένας άνθρωπος. Έμαθα να βλέπω, βλέπεις- όχι απλώς να κοιτάζω. Έμαθα να παρατηρώ και να μη χαραμίζω τον καιρό μου. Μου δόθηκε το δώρο του χρόνου.
Μεγάλωσα και ξέρω πλέον καλά πως ο άνθρωπος που κουτσομπολεύει τους πάντες σε εμένα, πίσω από την πλάτη μου θα κουτσομπολεύει και εμένα. Ο άνθρωπος που ζηλεύει και θέλει το κακό του άλλου -ακόμα και αν μου δείχνει πως είναι φίλος μου- θα ζηλεύει και θα θέλει και το κακό το δικό μου. Καταλαβαίνω πολύ περισσότερα πράγματα για έναν άνθρωπο από τον τρόπο που μιλάει εκείνος για τους άλλους παρά από τον τρόπο που μιλάνε οι άλλοι για εκείνον. Δεν ακούω τι λένε οι άλλοι.
Ξέρω πλέον καλά πως ο άνθρωπος που πρόδωσε και συνεχίζει να προδίδει, θα προδώσει κάποια στιγμή και εμένα. Και αυτούς τους ανθρώπους τους έκανα πέρα. Και νιώθω πιο καθαρή και πιο ελαφριά από ποτέ.
Μεγάλωσα και θέλω δίπλα μου μόνο ανθρώπους που δε συμβιβάζονται με το άσχημο και το άδικο, που ονειρεύονται έναν κόσμο καλύτερο. Θέλω δίπλα μου μόνο ανθρώπους όμορφους. Από μέσα. Ανθρώπους που σκέφτονται και που μπορούμε να μιλήσουμε. Και ανθρώπους που μιλάμε χωρίς πολλά πολλά λόγια. Ανθρώπους που μπορώ να κάθομαι δίπλα τους σιωπηλή και να μην νιώθουμε την ανάγκη να γεμίσουμε τη σιωπή. Αλλά, όταν τη γεμίζουμε, μιλάμε στ’ αλήθεια.
Μεγάλωσα πια για τα «έλα μωρέ, δεν πειράζει». Πειράζει και παραπειράζει. Το είπαμε τόσες φορές αυτό το «δεν πειράζει» που πείραξε όλο μας το είναι. Και συνηθίσαμε να δεχόμαστε πράγματα που μας τρώνε από μέσα. Αλλά η ζωή είναι μικρή για να τη ζεις με καταστάσεις που πειράζουν και να παραμένεις σιωπηλός. Μεγάλωσα και σέβομαι πλέον πολύ τον εαυτό μου για να παραμένω σιωπηλή.
Δεν αντέχω πια τις ανούσιες σχέσεις, τις περιττές συζητήσεις και τις επιβεβλημένες επικοινωνίες. Δεν αντέχω να ακούω κούφια «σ’ αγαπώ», να βλέπω ψεύτικα χαμόγελα και να πιστεύω τα «δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα» που τα παρασέρνει ο χρόνος και τα παίρνει ο διάολος. Δεν αντέχω κούφιους ανθρώπους, νεκρούς από μέσα και βρώμικους που προσπαθούν με βρωμίσουν και εμένα. Δε βλέπω πια ανθρώπους που δε θέλω να δω, δε δουλεύω για ανθρώπους που δε σέβομαι και δεν πιστεύω στο κρυμμένο καλό των ανθρώπων που μου δείχνουν πάντα την κακή τους πλευρά. Θέλω μόνο τα ουσιαστικά. Και, κάπως έτσι, είμαι επιτέλους ελεύθερη.
Μεγάλωσα και έμαθα να αγαπώ σαν να υπάρχει αύριο. Γιατί το «σαν να μην υπάρχει αύριο» είναι το μόνο εύκολο.
Στον έρωτα, ο Άλλος δεν είναι ούτε το απωθημένο μου ούτε το δεδομένο μου. Βρίσκω τη μέση λύση. Και σέβομαι την παρουσία και τη σταθερότητα. Αυτό που πολύς κόσμος βαριέται είναι αυτό που εμένα με ιντριγκάρει. Αν με κάνεις να νιώσω ασφάλεια, θα σου δώσω την περιπέτεια που χρειάζεσαι.
Έμαθα να αγαπώ τα αμοιβαία. Και να αγαπώ ανθρώπους που με αγαπούν. Και να σέβομαι ανθρώπους που με σέβονται. Ψάχνω όσους με ψάχνουν.
Μεγάλωσα και δε χρησιμοποιώ ποτέ υποκατάστατα. Σοκολάτας, ζάχαρης, ανθρώπων, σχέσεων.
Μεγάλωσα και λέω «Όλα ή τίποτα». Το «τίποτα» τίποτα δεν μπορεί να μου κάνει. Το «λίγο», όμως, με σκοτώνει.
Δεν έχω ανάγκη να με συμπαθούν όλοι ούτε να με θεωρούν όλοι όμορφη. Δεν έχω ανάγκη να κάνω πράγματα που δε θέλω για να ευχαριστήσω όλο τον κόσμο με τη συμπεριφορά μου. Δεν έχω ανάγκη να είμαι σε όλους συμπαθής. Δε θέλω να είμαι σε όλους συμπαθής. Με νοιάζει να μπορώ να σέβομαι εγώ τον εαυτό μου. Με νοιάζουν οι άνθρωποι που τους νοιάζω και εγώ. Αυτούς νοιάζομαι. Σε αυτούς θα δώσω τα πάντα.
Δεν στεναχωριέμαι πια στα γενέθλια, γιατί μεγάλωσα ακόμα ένα χρόνο και δεν πρόλαβα να κάνω όσα θα ήθελα. Στα γενέθλια χαίρομαι γιατί είναι ευλογία το να μεγαλώνεις. Συγκεκριμένα, είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να σου συμβεί.
Μεγάλωσα και συνειδητοποίησα πως το δύσκολο δεν είναι να ξεχάσω το παρελθόν αλλά αυτό που είχα φανταστεί ως μέλλον. Και αυτό ακριβώς προσπαθώ να ξεχάσω. Και να φτιάξω ένα καινούριο. Ένα μέλλον που να μου ταιριάζει με όνειρα ολόδικά μου και όχι δανεικά, με όνειρα σημερινά και όχι ενός παλιού μου εαυτού. Μεγάλωσα και άλλαξα. Και άλλαξαν και τα όνειρά μου. Και σταμάτησα να μαζεύω παλιά μου όνειρα σαν ρακοσυλλέκτης.
Έχω μόνο τα καινούρια μου όνειρα και τα αγαπώ και τα προσέχω και τα φροντίζω κάθε μέρα.
Συνειδητοποίησα πως πολλές φορές δεν μπορώ να αλλάξω τις καταστάσεις, όσο κι αν προσπαθώ. Τότε είναι που μπορώ να αλλάξω τον εαυτό μου. Και να γίνω μια καλύτερη εκδοχή του. Και αυτό ακριβώς προσπαθώ κάθε φορά. Συνειδητοποίησα πως δεν μπορώ να κάνω πάντα αυτό που θέλω. Έχω, όμως, επιλογή. Και έτσι, δεν κάνω ποτέ αυτό που δε θέλω.
Μεγάλωσα και είμαι επιτέλους ελεύθερη.


...escaping dreams of yesterday, finding a way to say "goodbye"


Χαλαρώστε και αφεθείτε στο χάδι του ήλιου,
του αέρα,
της θάλασσας και της άμμου.

Αγγίξτε και νιώστε την ενέργεια αυτού του νησιού.

ΠΑΡΟΣ… Το νησί που ερωτεύεσαι κι αγαπάς για πάντα!



σπίτι μου... παλάτι μου, στου κόσμου την ερημιά!

Πάρος, η Ελλάδα λαμπυρίζει εδώ... σ' ένα νησί, κατάλευκο, σαν το μάρμαρο του, στη χαρά του καλλιτέχνη, στο πανηγύρι των χρωμάτων και των αισθήσεων,
με την Εκατονταπυλιανή να την σκεπάζει, μ’ ένα αέρα ζωοδότη και μαέστρο,
με φιλόξενους κατοίκους,
με πανέμορφους με παραδοσιακούς οικισμούς και αμέτρητες αμμουδερές παραλίες.

Η... κουζίνα της ντυμένη στα ντόπια καλούδια και λουσμένη στο Παριανό κρασί

Πάρος, το νησί για όλες τις ηλικίες!
Σας περιμένει να χαλαρώσετε,
να γευτείτε,
να διασκεδάσετε,
να ονειρευτείτε,
να χαρείτε με την καρδιά σας,
και... να αφεθείτε,
γιατί στην Πάρο, το καλοκαίρι κάνει κράτηση σε…λογικές τιμές.





Μια θεώρηση ζωής, εντελώς δικής μου έμπνευσης!

Δε ζήτησα πολλά ...
Ζητιάνεψα καθάρια μάτια, αληθινά χαμόγελα,
έναν έρωτα με τα δικά μου χαρακτηριστικά ...

Η πόρτα μου πάντα ανοιχτή, στους ασυμβίβαστους,
στους ονειροπόλους 
που κοίταγαν τα αστέρια από την ίδια γωνία.
Ερμητικά την έκλεισα στους ανόητους
που πίστεψαν πως θα ενέδιδα στα όμορφα λόγια που κόμιζαν, 
στην κατ' επίφαση αλήθεια,
που νόμιζαν πως κάτω από τη φενάκη όμορφου περιτυλίγματος
θα εισχωρούσαν στα ενδότερα...
Ίσως,  εγωιστικά, δεν αποκάλυψα τον αλγόριθμό της κλειδαριάς.
Κι ύστερα; Έφτασα εδώ!
Να αναρωτιέμαι ποια θάλασσα με ξέβρασε,
τι θησαυρούς αποταμίευσα...

Περπατάω στα χειμωνιάτικα απόβραδα που στάζουν απόσταγμα βίου.
Το γιακά σηκωμένο και τα χέρια στις τσέπες, να σφίγγω τη συγκομιδή
Χωράει, σου λέω, στις δυο σφιχτές μου χούφτες...

Έχει και λίγο χώρο ακόμη!
Χωράει μιαν ακόμη εμπειρία! Μιαν ακόμη αλήθεια!
Ένα αληθινό "σ' αγαπώ"

Περίπατος σε χειμωνιάτικο σούρουπο
προς συναπάντημα μιας Μεγάλης Μέρας ...







...το χρώμα του φεγγαριού


Τίποτα…
και βράδιασε
και δεν ήρθε!
Κι έγειρε η νύχτα στο ποτήρι με τα ροζ τριαντάφυλλα
και μαράθηκε
Έκανε τόση παγωνιά κείνο το βράδυ
και κρύωναν πολύ τα όνειρα.
Κρύωναν και ζάρωναν στις γωνιές της κάμαρας,
σαν τα σκουλήκια.


...αυτό που σε κυνηγά είναι μέσα σου!


Εκεί... στο ακρογιάλι της ουτοπίας


Αλλά εγώ μιλώ για την άλλη αγάπη… την υπερβατική.
Αυτή που ντύνει με βελούδο την ψυχή.  
Αυτή που διώχνει τους σκόρπιους από τη σκέψη.
Αυτή που σπάει το συρματόπλεγμα του εαυτού σου.

Αυτή που δε βγαίνει από το στόμα,
ξεχύνεται από την αφή και την ανάσα.

Remember...



«Αν φύγεις εκεί που η θάλασσα σμίγει με φώτα 
και με μουσικές, να θυμάσαι: 
κάνει κρύο σ' αυτό τον παράξενο κόσμο.
Κι ύστερα δεν ξέρω αν θ' ακούω για πάντα εκείνη τη ραγισματιά στη φωνή. Το πρόσωπό σου ξεσκεπάστηκε κι είναι γυμνό σαν ανατέλλει μες στη μνήμη, σα θάλασσα που κάποτε θα γίνει καλοκαίρι.
Κι όλα φωτίζουν... 
το στόμα, τα μαλλιά, το νυχτωμένο σώμα
Έτσι φέγγει βαθιά στον ουρανό η αγάπη μας,
τρέμει σαν ανοιχτή πληγή στη μουσκεμένη ώρα.
Καμιά αφίσα ή τοίχος δε θα μαρτυρεί το ελαφρό σου πέρασμα στη φλέβα. Πέφτεις σα σιγανή βροχή, ανύποπτη, ανάμεσα στα ξεραμένα φύλλα. Καμιά σκαπάνη μουσικού δε θα σε βρει τόσο βαθιά στο αίμα.
Θυμάμαι ένα κλάμα παιδιού όταν οι δρόμοι χαμηλώνουν τα φώτα. Μα όταν μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά.
Ομίχλη κατεβαίνει με τ' απόγευμα μες στο μισόφωτο.
Αλλάζουν όλα όψη και ντύνονται 
το άλλο φως, το πιο δικό μας.

Θα επιστρέφω πάντα τα καλοκαίρια, όσο υπάρχεις,
...κι ύστερα θα σταματήσουν όλα.»