Ο Δεκέμβρης του 1903

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω —
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν

let the memory live again

Σου χαμογελω και σε κοιτω στα ματια

Είναι κάποιες αγκαλιές που δεν μπορεί κανείς να τις αντικαταστήσει...

κι εγώ θα είμαι εκεί, εκεί θα βρίσκομαι πάντα, εκεί θα σε περιμένω... ακόμα και ως την άλλη ζωή θα σε περιμένω, αγγίζοντας σε ...

...κάτι που να είναι μόνο για σένα






Και τώρα πρέπει να βρω δυο λόγια να σου πω.
Τις βρήκα έτοιμες τις λέξεις. Δεν έφτιαξα καμμία μόνη μου. Αυτό είναι άδικο για σένα. Θέλω να βρω κάτι που να είναι μόνο για σένα. Να μην χωράνε μέσα τόσοι και τόσοι. Δεν ήσουνα σαν τόσους και τόσους.
Δεν θέλω να σε ντύσω με φορεμένα ρούχα. Φθαρμένους αγκώνες και γόνατα, θα΄ναι σαν να σε ντύνω με λυγίσματα, σαν να προδίδω πως εγώ τουλάχιστον σε είχα δει να κλαις. Γιατί να τους το πω;

Θα καίγονται να μάθουν πως ήσουν ίδιος με κείνους, 

πως δεν ήσουν δα και κάτι διαφορετικό. 

Δεν θα τους αφήσω να σε θυμούνται στα μέτρα τους. 

Αν δεν πονάνε κάθε φορά, 

αν δεν τους σκοτώνει που δεν σε έζησαν, 

που δεν ήταν εκείνοι αυτό που ήμουν εγώ για σένα, 

που δεν θα γίνουν ποτέ αυτό που ήσουν εσύ για μένα,

ας μην σε θυμούνται καθόλου.

Στον δρόμο, φεύγοντας, σταύρωσα με δύο παιδιά. Το ένα σου έμοιαζε, σε εκείνη την φωτογραφία με τους γονείς σου σε μία θάλασσα που δεν θυμόσουν. 

Και με ρώτησαν: “τι τον είχες;”

Ρώτησαν εμένα τι σε είχα!

Τους είπα πως ήσουν το όνομά μου. 

Από δω και πέρα πια, 

μπορούν να με φωνάζουν όπως θέλουν.

Blues on the Road



Ανάβω ευχές και προσευχές 
για τις αστέριωτες ψυχές,

για σένα και για μένα.

Δεν θέλω να ξεχάσω…


Υπάρχω, για να σ' αγαπώ μονάχα...

Υπάρχω, για να σ’ αγαπώ μονάχα

και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω.
Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ,

όπως το αίμα που κυλά στις φλέβες
και είναι τόσο αθόρυβο
όσο και αναγκαίο μαζί..

Αόρατες αισθήσεις με μυρωδιά λατρείας
αλώβητες και εξημερωμένες.
Πάει καιρός, μα πάντα εδώ… όλα εδώ…

η φωλιά της παρουσίας μέσα απο την απουσία
σαν αερικό που αγκαλιάζει όλες τις αισθήσεις,
που προκαλεί εκείνη την ανατριχίλα

που κραυγάζει μέσα απο την σιωπή.

Άχ! αυτή η σιωπή
εκκωφαντική και γνήσια
σαν εκείνη την ελάχιστή σου αναπνοή
που πιά δεν έχω.

Οδυσσέας Ελύτης