Ο Δεκέμβρης του 1903

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω —
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν

let the memory live again

Σου χαμογελω και σε κοιτω στα ματια

Είναι κάποιες αγκαλιές που δεν μπορεί κανείς να τις αντικαταστήσει...

κι εγώ θα είμαι εκεί, εκεί θα βρίσκομαι πάντα, εκεί θα σε περιμένω... ακόμα και ως την άλλη ζωή θα σε περιμένω, αγγίζοντας σε ...

Φάλτσο η πορεία φίλε, τελικά.


Κι ούτε που προλάβαμε να ανοιχτούμε στους μεγαλους ωκεανούς
Τίποτα δεν ανακαλύψαμε σπουδαίο σε αυτό το ταξίδι
Η αίσθηση μονάχα πως τα λιμάνια ήταν μακριά
Η βεβαιότητα μονάχα πως τα δελφίνια χόρευαν για μας
"Φάλτσο η πορεία"!! Κανείς δεν αμφιβάλλει πια
Ομως....Υπάρχουν πάντα κάποια δειλινά , όταν ο ήλιος
σκορπιέται και χαρίζεται στα κύμματα , όταν ο Θεός
χωράει σε ένα μικρό ροδί συννεφάκι , που εμείς , καθισμένοι
στην κουβέρτα, πάιρνουμε τη κιθάρα μας και τραγουδάμε.
Οχι δεν είμαστε πικραμένοι.
Ναυαγοί είμαστε σε μια απέραντη νοσταλγία .
Τραγουδάμε για τη ψυχή μας , που νομίσαμε πως τη κάναμε σημαία της γης
Για τα ξύλινα αλογάκια και τις καραμούζες μας που ξεκινησαμε
να κατατροπώσουμε τον εχθρό.
Για τις αφίσες με τα ουράνια τόξα που δεν κολλήσαμε
Για το παραμύθι που δεν είπαμε
Για τον κόσμο που δεν χώρεσε στ όνειρό μας
Για τον πολικό αστέρα που μας πρόδωσε
Τραγουδάμε για την αγάπη που δε γνωρίσαμε
Για τον έρωτα που κρεμάσαμε φεύγοντας στα κλαδιά
της γιασεμιάς ( αραγε υπάρχει πάντα αυτή η γιασεμιά
Για το χάδι που αψηφήσαμε
Για την ανθοδέσμη που δε στείλαμε στη μάνα μας
Για την ανατροπή που ξεκινήσαμε , τρώγοντας
μπισκότα με γέμιση σοκολάτας.
Για τα κοχύλια που μαζέψαμε και δε μοιράσαμε
Τραγουδάμε για τη νίκη που δε γιορτάσαμε
Για την ήττα που δεν υπογράψαμε
Για τους φίλους που μας έδωσαν
Τραγουδάμε για μας. Για το βίτσιο μας. Για το φάλτσο μας.
Αυτό εννοούν, όταν ακούτε να λένε, "τους έμεινε μόνο η ροκιά" .



Ξεφυλλίζοντας τη σιωπή... Αλκυόνη Παπαδάκη


Φτάνει η κατανόηση!

Πάλεψα με τις λέξεις. Με τον χρόνο τους. Με τα διαστήματα του. Με τις φωνές τους.
Με τα αισθήματα που μου γεννούσανε ακατάπαυστα.
Με τα ερεθίσματα που τα μάτια μου συνεχώς ανέλυαν.
Κουράστηκα όμως. Οι αντοχές μου με παράτησαν. Οι ενοχές μου αλλοιώθηκαν. Μεταβλήθηκαν. Μεταποιήθηκαν. Και οιαδήποτε καταγραφή τους πλέον με καθιστά όσο πάει και πιο ανεπαρκή.
Με ελατώνει. Κι όσο κι αν προσπαθώ η απώλεια αυτή πληθωριστικά με πνιγεί.
Σε στιγμές που της πυκνότητας το μέγεθος με καλύπτει, αδυνατώ.
Σε στιγμές που η αντίληψη λειτουργεί, μειώνομαι. Ελαχιστοποιούμαι.
Κι όσο κι αν αλλιώς επιθυμώ να τις ταιριάζω, ώστε άλλο νόημα να βγάζουν, τόσο περιπλέκομαι. Βυθίζομαι στην ήττα που μου προσφέρουν.
Κι όμως δεν έπρεπε έτσι να είναι. Δεν ήθελα έτσι να είναι.
Δεν επιθύμησα καμία μάχη κι όμως πήρα μέρος σε πολλές.
Έχασα, κέρδισα. Άνευ σημασίας. Δεν ήταν ο σκοπός μου αυτός.
Ήθελα απλά δικαιοσύνη. Μέσα της να υπάρχω. Είδα ότι δεν υπάρχει.
Και ότι η κατανόηση νοημάτων επιφέρει περιδίνηση.
Αλλοιώνει κύτταρα που σκοπό είχαν τούτη την επίτευξη.
Ας είναι. Φτάνει η κατανόηση. Όση ήταν, έγινε. Όση έγινε, είναι.
Δεν θα μου επιτρέψω πια μέρος σε τέτοιου είδους μάχες να πάρω.
Συμπλήρωσα τον χρόνο μου με δαύτες.
Κι αν αυτές το επιδιώξουν, εγώ ηττημένη εξ’ υπ’ αρχής θα δηλώσω.
Γιατί έτσι από άσκοπες πια μάχες θα με σώσω…
                                             
                                         

Από το ημερολόγιο της Ρόζυ



Βαρέθηκα νʼ ανάβω φωτιές για να ζεσταθούν οι άλλοι και στο τέλος να ξεπαγιάζω εγώ.
Να μοιράζομαι στην καρέκλα μου με τον κάθε κουρασμένο και στο τέλος να στρογγυλοκάθεται αυτός κι εγώ να κουλουριάζομαι στο πάτωμα.
Να σκουπίζω με τα χείλια μου τα δάκρυα των άλλων και τα δικά μου να ξεραίνονται στα μάγουλά μου και να κάνουν κρούστα.
Κουράστηκε η ράχη μου να κουβαλά πληγωμένους, στέγνωσε το στόμα μου να τους φωνάζω: μη! Σωριάζεστε, ρε ξεφτίλες, σταθείτε στα πόδια σας! Μπόρα είναι, βγάλτε τις τσίμπλες από τα μάτια σας... ξημερώνει!
Βαρέθηκα να φτιάχνομαι με τα λάθη μου.
Να φυτεύω βολβούς πάνω σε σωρούς από  *****.
Να βγάζω αθώους τους ένοχους και να κάθομαι για πάρτη τους στο σκαμνί.
Να μουλιάζω στη βροχή γιατί άνοιξα την ομπρέλα μου να μπουν από κάτω δυο τρεις μουρόχαβλοι που μου φάνηκαν κρυουλιάρηδες.

Κι όμως! όσες φορές είπα «από δευτέρα, Ρόζυ, αλλάζεις ταχτική», γέλασε κάθε πικραμένος.
Δε βαριέσαι...
Εκείνοι που πίστεψαν πως το «δις εξαμαρτάνειν κλπ.», είναι, το λιγότερο, ξενέρωτοι. γιατί δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τη γλύκα που έχει το «δις» κι ακόμη περισσότερη το «τρις».
Το κακό είναι πως όλʼ αυτά γίνονται, επειδή στο βάθος είμαι δειλή, τα κάνω για να πιστέψω, έστω και για λίγο, πως είμαι κι εγώ εδώ... πως παίζω κι εγώ σʼ αυτό το ντέρμπυ.
Πάντως, όπως και να ʼχει το ζήτημα, ένα πράγμα ξέρω καλά. πως γουστάρω πολύ!
Γουστάρω τη φάση και περισσότερο την αντίφαση.
Γουστάρω την τρέλα μου και περισσότερο την τρέλα των άλλων.
Γουστάρω να μυρίζομαι την ανθρωπίλα.
Γουστάρω τʼ αγόρια που έχουν κορδέλες στα μαλλιά και στα μάτια ένα ματσάκι μενεξέδες.
Γουστάρω τα κορίτσια που τραγουδούν στις ακρογιαλιές μʼ ένα θαλασσοπούλι ανάμεσα στα φρύδια.

Μπορεί να είμαι μια δειλή, μια φευγάτη, μια επικίνδυνη Ρόζυ. αλλά χαίρομαι αφάνταστα που κάποιος μʼ έσπειρε σʼ αυτή τη γη.

Τελευταίος Σταθμός




Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε.
Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα, τη σκέψη του αιχμαλώτου
τη σκέψη του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια
δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.
Ίσως και να' θελε να μείνει βασιλιάς ανθρωποφάγων
ξοδεύοντας δυνάμεις που κανείς δεν αγοράζει,
να σεργιανά μέσα σε κάμπους αγαπάνθων
ν' ακούει τα τουμπελέκια κάτω απ' το δέντρο του μπαμπού,
καθώς χορεύουν οι αυλικοί με τερατώδεις προσωπίδες.
Όμως ο τόπος που τον πελεκούν και που τον καίνε σαν το πεύκο, και τον βλέπεις
είτε στο σκοτεινό βαγόνι, χωρίς νερό, σπασμένα τζάμια, νύχτες και νύχτες
είτε στο πυρωμένο πλοίο που θα βουλιάξει καθώς το δείχνουν οι στατιστικές,
ετούτα ρίζωσαν μες το μυαλό και δεν αλλάζουν
ετούτα φύτεψαν εικόνες ίδιες με τα δέντρα εκείνα
που ρίχνουν τα κλωνάρια τους μες στα παρθένα δάση
κι αυτά καρφώνουνται στο χώμα και ξαναφυτρώνουν
δρασκελώντας λεύγες και λεύγες,
ένα παρθένο δάσος σκοτωμένων φίλων το μυαλό μας,
κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ' ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει,
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Περίμενε λίγο, όλα θα αλλάξουν!




Δεν ειναι πιά η ζωή μου μια πορεία στην έρημο.

Ξαφνικά η έρημος γέμισε κόκκινα τριαντάφυλλα.
Ξαφνικά οι μέρες μου γέμισαν ήλιο.
Ξαφνικά οι νύχτες μου γέμισαν δίδυμα φεγγάρια!
Για κοίτα, φίλε μου, πώς γυρίζει ο τροχός!
Δε χάθηκε ο ήλιος, στο σκούρο σύννεφο κρύφτηκε!
Περίμενε λίγο, όλα θα αλλάξουν!!!