Ο Δεκέμβρης του 1903

Κι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω —
αν δεν μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στην ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατώ μες στο μυαλό μου,
οι μέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου,
τες λέξεις και τες φράσεις μου πλάττουν και χρωματίζουν

let the memory live again

Σου χαμογελω και σε κοιτω στα ματια

Είναι κάποιες αγκαλιές που δεν μπορεί κανείς να τις αντικαταστήσει...

κι εγώ θα είμαι εκεί, εκεί θα βρίσκομαι πάντα, εκεί θα σε περιμένω... ακόμα και ως την άλλη ζωή θα σε περιμένω, αγγίζοντας σε ...

Διάλογος ανάμεσα σ' εμένα και... σ' εμένα





Σοῦ εἶπα: - Λύγισα.
Κα
ὶ εἶπες: - Μὴ θλίβεσαι. Ἀπογοητεύσου ἥσυχα. 

Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς σταματημένο τὸ ρολόι. 
Λογικὰ ἀπελπίσου πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο,
ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος. 
Κι ἂν αἴφνης τύχει νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης,
μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς. Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος. 
Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες.
Κατέβα σοβαρή, νηφάλια αὐτοεκθρονίσου ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα…
γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες; 
Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις. 
Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς, γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια, 
τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων, 
τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν, 
τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα, 
ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν... τὸ εἶπες.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου